βαρύγλωσσος

βᾰρῠ-γλωσσος, ον,
A grievous of tongue, v.l. for βαθυ-, LXXEz.3.5.

Greek-English dictionary (Αγγλικά Ελληνικά-λεξικό). 2014.

Look at other dictionaries:

  • βαρύγλωσσος — grievous of tongue masc/fem nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • βαρύγλωσσος — η, ο (AM βαρύγλωσσος, ον) ο βραδύγλωσσος νεοελλ. 1. αυτός που βαριέται να μιλήσει 2. (για παιδί) εκείνο που άργησε να μιλήσει αρχ. ο κακόγλωσσος …   Dictionary of Greek

  • βαρύγλωσσον — βαρύγλωσσος grievous of tongue masc/fem acc sg βαρύγλωσσος grievous of tongue neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • βαρυγλώσσοιο — βαρύγλωσσος grievous of tongue masc/fem/neut gen sg (epic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • βαρύγλωσσοι — βαρύγλωσσος grievous of tongue masc/fem nom/voc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • βαρυ- — α συνθετικό λέξεων, κατά κύριο λόγο επιθέτων, της αρχαίας, μεσαιωνικής και νέας Ελληνικής, με μεγάλη παραγωγικότητα. Τα σύνθετα με το βαρυ εμφανίζονται με τις ακόλουθες σημασίες: Την κυριολεκτική σημασία του επιθέτου βαρύς («αυτός που έχει βάρος …   Dictionary of Greek

  • γλώσσα — I Όργανο με το οποίο ο άνθρωπος αναλύει και αντικειμενοποιεί την εμπειρία του με τη βοήθεια φωνητικών συμβόλων (λέξεων) που έχουν διαφορετική μορφή και διαφορετικές αμοιβαίες σχέσεις σε κάθε ιστορική κοινότητα. Πιο συγκεκριμένα, λέγοντας γ.… …   Dictionary of Greek

  • ԾԱՆՐԱԼԵԶՈՒ — ( ) NBH 1 1008 Chronological Sequence: Unknown date, Early classical ա. βαρύγλωσσος, βραδύγλωσσος gravis vel tardus lingua, tardiloquus. Որոյ ծանր է լեզուն. յամրախօս. եւ Թանձրաբարբառ. լեզուն ծանտր. ... *Նրբաձայն եւ ծանրալեզու եմ ես. Ել. ՟Դ. 10:… …   հայերեն բառարան (Armenian dictionary)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.